Εκτύπωση
Κατηγορία: Επιστημονικές Ειδήσεις
Εμφανίσεις: 2532

Γηγενείς στον ΑμαζόνιοΤα αποτελέσματα 22ετούς μελέτης στα τροπικά δάση του Αμαζονίου δεν είναι καθόλου αισιόδοξα όσον αφορά στις αλλαγές που πραγματοποιούνται στις δομές των κοινωνιών, σύμφωνα με την έρευνα που δημοσιεύεται στο τεύχος του Ιουνίου, της επιστημονικής επιθεώρησης Conservation Biology. Oμάδα ερευνητών, υπό την καθοδήγηση του William F. Laurance του Smithsonian Tropical Research Institute

Τα αποτελέσματα 22ετούς μελέτης στα τροπικά δάση του Αμαζονίου δεν είναι καθόλου αισιόδοξα όσον αφορά στις αλλαγές που πραγματοποιούνται στις δομές των κοινωνιών, σύμφωνα με την έρευνα που δημοσιεύεται στο τεύχος του Ιουνίου, της επιστημονικής επιθεώρησης Conservation Biology. Oμάδα ερευνητών, υπό την καθοδήγηση του William F. Laurance του Smithsonian Tropical Research Institute, δημοσίευσαν πάνω από 340 εργασίες σε επιστημονικές επιθεωρήσεις όσον αφορά στις αλλαγές που παρατηρούνται σε τέτοιους βιότοπους. Το Smithsonian Tropical Research Institute με έδρα τον Παναμά, είναι ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά κέντρα παγκοσμίως στη μελέτη της οικολογίας και της εξέλιξης των οργανισμών που απαντούν σε τροπικές περιοχές του πλανήτη.Γηγενείς στον Αμαζόνιο

Η έρευνα αυτή χρηματοδοτείται από το Biological Dynamics of Forest Fragments Project (BDFFP) που είναι ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα από το 1979, που λαμβάνουν χώρα παγκοσμίως για τέτοιου είδους μελέτες. Οι ερευνητές διαπίστωσαν πως ο κατακερματισμός των βιοτόπων επιδρά αρνητικά στη δομή, στη σύνθεση και στη λειτουργία των τροπικών δασών. Τα αποτελέσματα είναι τόσο έντονα με αποτέλεσμα να είναι αισθητά με μια πρώτη ματιά. Οι επιπτώσεις των αλλαγών αυτών μπορεί να διακριθούν σε δύο βασικές κατηγορίες. Σε αυτές που έχουν άμεση σχέση με τους οργανισμούς και σε αυτές που σχετίζονται με αβιοτικούς παράγοντες.

Στην πρώτη περίπτωση οι μεταβολές που συμβαίνουν έχουν ως αποτέλεσμα να μειώνονται οι περιοχές όπου μπορούν να ζήσουν διάφοροι οργανισμοί, να αλλάζει δραστικά η αφθονία αυτών, να μεταβάλλεται η οικολογική ισορροπία μεταξύ των ειδών και να αυξάνονται οι πιθανότητες για εισβολή νέων ειδών στο υπάρχον σύστημα. Στη δεύτερη περίπτωση μεταβάλλονται οι ρυθμοί ανακύκλωσης και ανατροφοδοσίας των θρεπτικών συστατικών στο σύστημα με αποτέλεσμα οι "αποθήκες", στοιχείων όπως του άνθρακα να είναι λιγότερο διαθέσιμες για τους οργανισμούς και γενικά το σύστημα είναι περισσότερο ευπαθές σε καταστάσεις όπως η πυρκαγιά.

Σύμφωνα με τον William F. Laurance, δεν μπορούμε να φανταστούμε πόσο ευαίσθητη είναι η ζωή σε τέτοιου είδους περιοχές. Ακόμη και ένας δρόμος πλάτους 30 μέτρων μπορεί να επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό την ισορροπία του οικοσυστήματος, αν δεν γίνει εκεί που πρέπει, με αποτέλεσμα να αποτελεί φραγμό για τη μετακίνηση κάποιων ειδών με απρόβλεπτες συνέπειες στη σύνθεση της άγριας πανίδας. Παρόλα αυτά, από τα αποτελέσματα της ανάλυσης φαίνεται ότι η ποικιλομορφία και η δυναμική αυτών των περιοχών είναι τα σημεία που τα κάνουν ανθεκτικά σε έντονες περιβαλλοντικές – ανθρωπογενείς πιέσεις. Το ερώτημα όμως που ανακύπτει είναι μέχρι πόσο ακόμη ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να αντέξει σε τέτοιου είδους αλλαγές.